
Πέθανε στις 27 Οκτωβρίου η Ρενέ Χίρσον (Renée Hirschon), η ανθρωπολόγος που συνέδεσε την επιστημονική της διαδρομή με τη μελέτη των Μικρασιατών προσφύγων και με τα πρώτα βήματα του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Μυτιλήνη. Πρώτη πρόεδρος και ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του Τμήματος, του σημερινού Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, άφησε ουσιαστικό αποτύπωμα τόσο στην ανάπτυξή του όσο και στη συγκρότηση μιας γενιάς ανθρωπολόγων.
Η παρουσία της στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου άρχισε το 1987, σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνική ανθρωπολογία αποκτούσε τη δική της πανεπιστημιακή στέγη στην Ελλάδα. Παρέμεινε στην προεδρία έως το 1998, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της επιστημονικής φυσιογνωμίας του Τμήματος. Η συμβολή της εντάσσεται στην ιστορία του πρώτου Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στη χώρα.
Μια δασκάλα που άνοιξε επιστημονικούς δρόμους
Η προσφορά της δεν περιορίστηκε στο διοικητικό και ερευνητικό έργο. Στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου εισήγαγε από νωρίς μαθήματα για τις μειονότητες, τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, αναδεικνύοντας ζητήματα που επρόκειτο να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στον δημόσιο διάλογο.
Το προσωπικό αποχαιρετιστήριο κείμενο πρώην διδακτορικού φοιτητή και μετέπειτα συνεργάτη της αποτυπώνει τη βαθιά επίδρασή της στους ανθρώπους που μαθήτευσαν κοντά της. «Είναι μάλλον αδύνατο να περιγράψω εδώ όσα της οφείλω», σημειώνει, περιγράφοντάς την ως μια φωτισμένη δασκάλα που συνέβαλε καθοριστικά στη δική του επιστημονική συγκρότηση, όπως και πολλών άλλων.
Η ζωή των προσφύγων στο επίκεντρο της έρευνάς της
Κεντρική θέση στο έργο της κατείχε η εκτεταμένη επιτόπια έρευνα στην Κοκκινιά του Πειραιά, ανάμεσα σε Μικρασιάτες πρόσφυγες, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Μελέτησε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι οργάνωσαν τον χώρο και την καθημερινότητά τους, οικοδόμησαν σχέσεις αλληλεγγύης παρά τους περιορισμένους πόρους και διατήρησαν τη συλλογική μνήμη των κοινοτήτων καταγωγής τους.
Μέσα από αυτή την προσέγγιση, η προσφυγική εμπειρία φωτίστηκε μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις, τις γειτονιές και τις πρακτικές της καθημερινής ζωής. Η έρευνά της ανέδειξε πώς η μνήμη της πατρίδας εξακολουθούσε να συμμετέχει στη διαμόρφωση της ταυτότητας και της ζωής των προσφύγων στον τόπο εγκατάστασής τους.
Αποτέλεσμα υπήρξε το βιβλίο «Heirs of the Greek Catastrophe», που κυκλοφόρησε το 1989 και μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «Κληρονόμοι της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η κοινωνική ζωή των Μικρασιατών προσφύγων στον Πειραιά». Το έργο αποτέλεσε σημαντικό σημείο αναφοράς για την ανθρωπολογική μελέτη της προσφυγιάς.
Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή της με τον συλλογικό τόμο «Crossing the Aegean», που επιμελήθηκε και εκδόθηκε το 2003. Προϊόν διεθνούς συνεδρίου που οργάνωσε στην Οξφόρδη, έφερε σε διάλογο Έλληνες και Τούρκους ακαδημαϊκούς γύρω από την ανταλλαγή των πληθυσμών και τις μακροχρόνιες συνέπειές της στις δύο κοινωνίες.
Από τη Μυτιλήνη στην Οξφόρδη
Η Ρενέ Χίρσον σπούδασε στα πανεπιστήμια του Κέιπ Τάουν, του Σικάγου και της Οξφόρδης. Πριν από τη θητεία της στη Μυτιλήνη δίδαξε στο Oxford Brookes University.
Στην Οξφόρδη, όπου εγκαταστάθηκε μετά την αποχώρησή της από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, συνέχισε την επιστημονική της δραστηριότητα. Διετέλεσε Senior Research Fellow στο St Peter’s College και συνδέθηκε με το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών και τις Σπουδές Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο St Antony’s College, καθώς και με το Κέντρο Προσφυγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Ήταν παντρεμένη με τον αρχιτέκτονα και μουσικό Μανώλη Φιλιππάκη και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, τον Νίκο και τον Γιάννη. Όπως αναφέρεται στο αποχαιρετιστήριο κείμενο, τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε επί χρόνια δεν την απέτρεψαν από τη συνέχιση της έρευνάς της.
Για το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, η διαδρομή της παραμένει συνδεδεμένη με τα χρόνια της θεμελίωσης της κοινωνικής ανθρωπολογίας στη Μυτιλήνη. Για τους φοιτητές και τους συνεργάτες της, η παρακαταθήκη της βρίσκεται επίσης στη διδασκαλία και στην επιστημονική καθοδήγηση που τους πρόσφερε.