
Τι οδηγεί έναν παιδίατρο και έναν κτηνοτρόφο να βγουν μπροστά και να πάρουν θέση στην πολιτική ζωή του τόπου τους; Για τον Πάρη Μόσχου και τον Θεοκλή Χαϊδεμένο, μέλη του Συντονιστικού Λέσβου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, η απάντηση βρίσκεται στην καθημερινότητα. Στις οικογένειες που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, στους παραγωγούς που έχασαν τα κοπάδια τους, στους νέους που αναρωτιούνται αν μπορούν να χτίσουν τη ζωή τους στο νησί.
Μιλώντας στον Θράσο Αβραάμ, στο «Ν», οι δύο καλεσμένοι εξήγησαν τους λόγους της πολιτικής τους συμμετοχής, άσκησαν έντονη κριτική στην κυβέρνηση και περιέγραψαν τις παρεμβάσεις που θεωρούν αναγκαίες για την παραγωγή και τη δημόσια υγεία. Κοινός παρονομαστής των τοποθετήσεών τους ήταν η ανάγκη να ακουστούν οι άνθρωποι που βιώνουν τα προβλήματα και να αποκτήσουν ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις.
Για τον Θεοκλή Χαϊδεμένο, καθοριστική υπήρξε η εμπειρία του αφθώδους πυρετού και των συνεπειών του στην οικογένειά του. Όπως είπε, η διαχείριση της κρίσης και η αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα τον έκαναν να αναζητήσει πολιτική διέξοδο.
«Πρέπει να αλλάξουν τα πράγματα για να μείνουμε στον τόπο μας και να συνεχίσουμε να παράγουμε και να δουλεύουμε», υπογράμμισε, εξηγώντας ότι στη συμμετοχή του βάρυνε και η παρουσία ανθρώπων της παραγωγής στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη.
Ο Πάρης Μόσχου, παιδίατρος στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης, στάθηκε στην οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά, αλλά και στην κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς. Περιέγραψε ανθρώπους που δυσκολεύονται να αγοράσουν βασικά αγαθά, να καλύψουν ανάγκες περίθαλψης ή να προχωρήσουν στη δημιουργία οικογένειας.
Όπως ανέφερε, δεν είχε προηγούμενη συνδικαλιστική δράση. Η απόφαση να συμμετάσχει προέκυψε από την αίσθηση ότι η παρακολούθηση των εξελίξεων από απόσταση δεν αρκεί. Απέναντι στη λογική του «ωχ αδερφέ», επέλεξε, όπως εξήγησε, τη συλλογική δράση.
Ιδιαίτερο βάρος είχε η προσωπική μαρτυρία του Θεοκλή Χαϊδεμένου για την απώλεια του οικογενειακού ζωικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, τα κοπάδια του πατέρα και του αδελφού του ήταν από εκείνα που θανατώθηκαν νωρίς, στα τέλη Μαρτίου.
Η αποζημίωση για τα ζώα καταβλήθηκε, ωστόσο, όπως τόνισε, η στήριξη δεν μπορεί να σταματά εκεί. Η απώλεια της παραγωγής, τα έξοδα και η αδυναμία προγραμματισμού εξακολουθούν να βαραίνουν τις οικογένειες.
«Από τότε μας έχουν ξεχάσει. Αποζημιωθήκαμε για το ζωικό κεφάλαιο και αυτό ήταν όλο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος επέμεινε ότι οι κτηνοτρόφοι χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις για την ανασύσταση των κοπαδιών, τις προϋποθέσεις επιστροφής στην παραγωγή και τη στήριξή τους μέχρι τότε. Χωρίς αυτές, όπως εξήγησε, ακόμη και κάποιος που θέλει να παραμείνει στο επάγγελμα αδυνατεί να σχεδιάσει το επόμενο βήμα.
Ο κτηνοτρόφος απέδωσε σοβαρές ευθύνες στην κυβέρνηση για την ταχύτητα και την οργάνωση της αντιμετώπισης του αφθώδους πυρετού, αναφέροντας παράλληλα ότι ευθύνες έχει και η Περιφέρεια.
Κατά την εκτίμησή του, η ενίσχυση του νησιού με προσωπικό και η ιχνηλάτηση έπρεπε να είχαν προχωρήσει πολύ γρηγορότερα. Κατήγγειλε, επίσης, ότι υπήρχαν εκτροφές με θετικά αποτελέσματα στις οποίες οι θανατώσεις εκκρεμούσαν επί εβδομάδες, με τους παραγωγούς να συνεχίζουν να επωμίζονται τη διατροφή των ζώων.
Αναφερόμενος στην ενίσχυση των 16 ευρώ ανά ζώο για ζωοτροφές, την οποία επικαλέστηκε στη συνέντευξη, τη χαρακτήρισε ανεπαρκή για τις ανάγκες που έχουν συσσωρευτεί. Στάθηκε ιδιαίτερα στο αυξημένο μεταφορικό κόστος του νησιού και στα ζώα που, όπως είπε, παρέμειναν στις εκτροφές εξαιτίας των περιορισμών στη σφαγή.
Στην ερώτηση αν πίσω από τη διαχείριση της κρίσης μπορεί να βρίσκονται συμφέροντα μεγάλων γαλακτοκομικών επιχειρήσεων, δεν υιοθέτησε αυτή την ερμηνεία. Εστίασε την κριτική του στην ανικανότητα και την αδιαφορία που καταλόγισε στους αρμοδίους.
«Εμείς ζητάμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε», ήταν η φράση με την οποία συνόψισε το αίτημα των παραγωγών.
Ο Θεοκλής Χαϊδεμένος έθεσε ακόμη το ζήτημα της πρόσβασης των πληγέντων κτηνοτρόφων στα Σχέδια Βελτίωσης. Όπως υποστήριξε, παραγωγοί των οποίων τα ζώα θανατώθηκαν βρίσκονται αντιμέτωποι με αποκλεισμό από προγράμματα εκσυγχρονισμού, την ώρα που για την επιστροφή τους στην παραγωγή ζητούνται υποδομές προστασίας από μελλοντικές επιζωοτίες.
Το ερώτημα που έθεσε ήταν πώς θα μπορέσουν να κατασκευάσουν αυτές τις υποδομές χωρίς πρόσβαση στα απαραίτητα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Αντίστοιχη ήταν η περιγραφή του για το πρόγραμμα Νέων Αγροτών. Όπως ανέφερε, υπέβαλε αίτηση το 2024 και ενημερώθηκε μόλις πρόσφατα για την έγκρισή της, επισημαίνοντας ότι η έγκριση δεν ταυτίζεται με την καταβολή των χρημάτων.
Για έναν νέο άνθρωπο χωρίς δικά του κεφάλαια ή οικογενειακή εκμετάλλευση, υπογράμμισε, μια τόσο μεγάλη αναμονή μπορεί να εμποδίσει ακόμη και την έναρξη της δραστηριότητάς του.
Στον χώρο της δημόσιας υγείας, ο Πάρης Μόσχου περιέγραψε μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και στην καθημερινότητα των υπηρεσιών.
«Αν αυτή είναι η καλύτερη δυνατή κατάσταση, τότε ποια είναι η χειρότερη;», διερωτήθηκε, σχολιάζοντας τις αναφορές της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Υγείας.
Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα και στην υποστελέχωση των Κέντρων Υγείας. Για το Κέντρο Υγείας Μανταμάδου ανέφερε ότι, παρά τις σύγχρονες εγκαταστάσεις του, διαθέτει ελάχιστους γιατρούς σε σχέση με τις ανάγκες, παρομοιάζοντάς το με «μηχανή χωρίς καύσιμο».
Μίλησε επίσης για τις δυσκολίες στην Άντισσα και στον Πολιχνίτο, καθώς και για τη μετακίνηση γιατρών από την Καλλονή ώστε να καλύπτονται κενά άλλων δομών. Κατά την τοποθέτησή του, η δημιουργία και αναβάθμιση κτιρίων πρέπει να συνοδεύεται από προσλήψεις, ώστε οι υποδομές να προσφέρουν πραγματική ασφάλεια στους κατοίκους.
Ο παιδίατρος έθεσε ως βασική προϋπόθεση για τη στελέχωση των νησιωτικών δομών τα ουσιαστικά οικονομικά κίνητρα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους νοσηλευτές.
Όπως εξήγησε, οι χαμηλές αποδοχές, σε συνδυασμό με το κόστος στέγασης και διαβίωσης, δυσκολεύουν την εγκατάσταση εργαζομένων στα νησιά. Παρουσίασε ως πρόταση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης την αύξηση των αποδοχών του υγειονομικού προσωπικού κατά 500 ευρώ, ως πρώτο μέτρο ενίσχυσης.
Παράλληλα, ζήτησε περισσότερους ειδικευμένους γιατρούς στην περιφέρεια. Για να αναδείξει το πρόβλημα, περιέγραψε περιστατικό από την εργασία του στην Αμοργό, όπου, όπως είπε, χρειάστηκε ως παιδίατρος να αντιμετωπίσει τουρίστα με έμφραγμα, παρουσία αγροτικού γιατρού και χωρίς άλλον διαθέσιμο επιμελητή.
Η συζήτηση για τη δημογραφική συρρίκνωση ένωσε τις τοποθετήσεις των δύο καλεσμένων. Ο Πάρης Μόσχου συνέδεσε την υπογεννητικότητα με την οικονομική ανασφάλεια, εξηγώντας ότι για πολλούς νέους η δημιουργία οικογένειας μοιάζει απρόσιτη όταν το εισόδημα απορροφάται από το ενοίκιο και τις βασικές ανάγκες.
Προειδοποίησε, επίσης, ότι η κρίση στην κτηνοτροφία μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση στη Λέσβο, καθώς μεγάλα χωριά στηρίζονται στην παραγωγή και στις οικογένειες που ζουν από αυτήν.
«Δεν είναι απλώς ζωοτρόφοι, είναι και ζωοδότες της περιφέρειας», είπε για τους κτηνοτρόφους, επισημαίνοντας τη συμβολή τους στη διατήρηση ζωντανών κοινοτήτων σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Στο οργανωτικό σκέλος, οι δύο εκπρόσωποι αναφέρθηκαν στη συνέχεια των συναντήσεων της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης στη Λέσβο, με επόμενο σταθμό την Καλλονή, καθώς και στον σχεδιασμό περιοδειών σε χωριά και πληγείσες περιοχές.
Ο Θεοκλής Χαϊδεμένος υπογράμμισε την ανάγκη για άμεση, ανθρώπινη επικοινωνία, ώστε οι πολίτες να αισθάνονται άνετα να μιλήσουν για όσα τους απασχολούν.
Ο Πάρης Μόσχου, από την πλευρά του, υποστήριξε ότι η ΕΛΑΣ επιδιώκει να καλύψει ένα κενό εκπροσώπησης στον αριστερό και ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο. Χαρακτήρισε το κόμμα «προσωποκεντρικό, αλλά όχι μονοπρόσωπο», επισημαίνοντας τη συνύπαρξη του Αλέξη Τσίπρα με νέα και παλαιότερα στελέχη που αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο.
Διευκρίνισε, τέλος, ότι η ανανέωση δεν εξαντλείται στην ηλικία των προσώπων. Το ζητούμενο, όπως τόνισε, είναι η νέα σκέψη και η συμμετοχή ανθρώπων που φέρνουν στην πολιτική την εμπειρία της καθημερινής ζωής.