× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

100 χρόνια μετά... Περήφανοι κι ακόμα πρόσφυγες

Με αφορμή τη σημερινή, εκκωφαντικά σιωπηλή επέτειο και την πρόχειρη «για να ξεμπερδεύουμε» εκδήλωση στη Μυτιλήνη*

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ Δημοσίευση 18/9/2022

100 χρόνια μετά... Περήφανοι κι ακόμα πρόσφυγες

Τις παραμονές της πρωτοχρονιάς του 1986, πάνε 36 - 37 χρόνια από τότε, δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο απ’ την Αθήνα. «Θα φιλοξενήσεις στο σπίτι σου δυο Τούρκους που θα έλθουν με το πλοίο της γραμμής από τον Πειραιά για το βράδυ της πρωτοχρονιάς;» 

Εγώ είχα φιλοξενήσει ήδη πολλές φορές στη ζωή μου Τούρκους, όλοι τους ήταν φυγάδες από την Τουρκία. Εκείνη την εποχή των φοιτητικών μου χρόνων, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν αλλάζαμε τον κόσμο με τις επιτροπές στήριξης στην Τούρκικη αντίσταση.
Τότε γνωρίστηκα με τον «αντίπαλο». Ο Ομέρ, ο Ιλχάν, η Λεϊλά, όλοι φίλοι από εκείνες τις μέρες που κοιμήθηκαν στο σπίτι μου εκεί στην οδό Αιγίνης της Κυψέλης. Με μόνο ρούχο το πανωφόρι τους, βρεμένοι ακόμα από το πέρασμα στο Αιγαίο. Από τη μια ακτή στην άλλη. Πότε κολυμπώντας, πότε με μια βάρκα, πότε πάνω σε μια φουσκωμένη σαμπρέλα αυτοκινήτου. Τους αγάπησα. Όλους τους αγάπησα. Ήταν φαίνεται γιατί ένοιωθα μέσα στα σκούρα τους μάτια τη φωτιά που δεν πρόλαβε να κάψει κι εμένα. Ήταν γιατί ένοιωθα τη φωτιά που έκαψε άθελα της όλη μου την οικογένεια. Όλη την οικογένεια του πατέρα μου που έμεινε πίσω στην πατρίδα, στη Μικρασιατική Πέργαμο. Τη φωτιά που έστειλε μοναχό του ένα παιδί έξη χρονών, τον πατέρα μου, στη Μυτιλήνη.
Τους αγάπησα αυτούς τους φυγάδες. Ίσως κι επειδή ακόμα, σαν τους έγλυφες στο κούτελο δεν είχαν ξεπλύνει την αρμύρα του Αιγαίου μας.

Δέχτηκα. Τους υποδέχτηκα το πρωί της παραμονής στο λιμάνι. Εκείνος κι αυτή. Φευγάτοι από το 1982.
Δεν θέλανε τίποτα άλλο παρά να δεχτούν την καινούργια χρονιά καθισμένοι στο λιμάνι της Μυτιλήνης, κάτω από το άγαλμα της ελευθερίας. Με τα μάτια τους στα φώτα της πατρίδας.
Εκεί όπου τα βράδια των καλοκαιριών στα μέσα της δεκαετίας του 70 έπιανα να κάθεται κι ο μακαρίτης ο πατέρας μου. 15χρονος εγώ, κάτω από τα άστρα, και ο ήχος του κύματος στα πόδια μου. Και ξαφνικά δίπλα μου ο πατέρας μου. Μαρμαρωμένος. Δεν έβλεπε πουθενά αλλού. Κάπου σε ένα φως. Καρσί.
Μια φορά τόλμησα και τον ρώτησα. Χαμογέλασε. «Θα καταλάβεις κάποτε» μου είπε.
Κατάλαβα αργά. Έγινα πρώτα επαναστάτης, αργότερα έγινα αριστερός σκέτο, με είπαν ρεφορμιστή και κατέληξα Μικρασιάτης. Ο πατέρας μου δεν ζούσε πια σαν σε μια μάζωξη ανέλυσα την ιδεολογία μου. Γελούσαν πολλοί. Εγώ όμως ένοιωθα πια νικητής. Τι κι αν δεν καταλαβαίνουν πως σαν κοιτάμε το φως εκεί στο Δικελί, το φως που αρχίζει να σούρνεται απάνω στα υψώματα του Ατταρνέα, εκεί είναι κι η κοινωνία του φωτεινού του μέλλοντος; Τι κι αν δεν νιώθουν τι ‘πα να πει «πατρίδα των ψυχών»;

Η ζωή μας κάνει κύκλους. Εγώ είμαι από τη Μυτιλήνη. Γεννήθηκα στη Μυτιλήνη αλλά θα ‘θελα να ζω στην πατρίδα, καρσί. Μια δρασκελιά νερό με χωρίζει από την πατρίδα. Εκεί απέναντι είναι μια άλλη γη. Μια άλλη ήπειρος ε;
«Μερικά πράγματα τα αφήνεις και σου ξεφεύγουν ρε Μπαλάσκα... Θυμώνεις, παθιάζεσαι, χάνεις το δίκιο σου…». Η μόνιμη φωνή των Διευθυντάδων μου. Είτε ήμουνα απλός γραφιάς είτε σαν ανέβηκα στα ύπατα αξιώματα της δουλειάς μου…
«Ρε δημοσιογράφος είσαι, λέω στον εαυτό μου… Δεν είσαι ποιητής μήδε συγγραφέας μυθιστορημάτων».
Δεν είμαι ποιητής. Συγχωρέστε με για το ποιητικό τρόπο που αποδίδω κάποια πράγματα...

Επέτειος το λοιπόν. 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή; Όχι.... όχι. Επέτειος 100 χρόνων προσφυγιάς.
Υπάρχουν ειδικοί επιστήμονες που ασχολούνται με τους πρόσφυγες. Τους ανθρώπους που χάσαν την πατρίδα τους πότε κυνηγημένοι από το λεπίδι του εχθρού, πότε από την ανέχεια και την πείνα και πότε από τα αλισβερίσια των ισχυρών. Ετούτοι λοιπόν οι ειδικοί λένε πως η πρώτη γενιά των προσφύγων, οι που ζήσαν το χαμό δηλαδή, παλεύει να ζήσει. Να εξασφαλίσει τη ζωή την επαύριον μέρα! Η δεύτερη γενιά αγωνίζεται να στεριώσει. Να δείξει πως οι μέρες της ανέχειας πέρασαν. Πως τα καταφέρνουν καλά πια...
Κι ύστερα έρχεται η τρίτη γενιά. 80, 90, 100 χρόνια μετά τις μέρες της προσφυγιάς. Καλοζωισμένοι και με τις δύσκολες ώρες μυθοποιημένες. Παραμύθια στα στερνά του παππού και της γιαγιάς, ιστορίες για πατρίδες άγνωστες, για τόπους με μια ομορφιά μοναδική στον κόσμο όλο. Κάπου εκεί οι ανθρώποι της τρίτης γενιάς των προσφύγων αρχίζουν να στρέφουν το κεφάλι κατά πίσω. Είναι που νιώθουν ετούτα τα έρμα τα παραμύθια τα γραμμένα στη ψυχή τους να τους γδέρνουν το νου; Είναι που θέλουν να καταρρίψουν το μύθο; Ή μήπως απλά θέλουν να μάθουν κι αυτό κοντά σε όλα τα άλλα; Ο,τι απ’ όλα και να συμβαίνει γεγονός είναι πως οι πληγές λένε πως είναι πια ξεραμένες. Αλλά δεν είναι και σύντομα το καταλαβαίνουν ετούτο.
Ετούτες θα μου πείτε πως είναι κοινωνικές κι ανθρωπολογικές ιστορίες και τι μας νοιάζει εμάς.
Μας νοιάζει…
Κουβαλάμε την ίδια πληγή…
Το ντέρτι που γίνεται γράμματα που στέκονται το ένα δίπλα στο άλλο και σχηματίζουν λέξεις, προτάσεις, γίνονται σελίδες και βιβλία όλα για ένα και μοναδικό λόγο, το αλάτι στην πληγή…
Η προσφυγιά είναι πληγή, αγιάτρευτη και την αντέχεις, τη νταγιαντάς μοναχά σαν την κάνεις αμανέ, ποιήματα, ζωγραφιές, κεντήματα, παραμύθια, βιβλία.
Κάπως έτσι το λοιπόν αγγίζοντας την ιστορία, μαθαίνοντας πως δεν είσαι ξύλο χωμένο στη γης αλλά έχεις ρίζες που πάνε βαθειά και ετούτες σε κρατάνε όρθιο σε ετούτη την κοσμοχαλασιά, αρχίζεις να αναπολείς τα πιο μεγάλα και δροσερά καρπούζια του κόσμου, την πιο όμορφη πατρίδα με τα πιο όμορφα σπίτια και τους καλύτερους ανθρώπους.

Κι εσύ απέναντι. Καρσί απ’ το σπίτι, να το βλέπεις και να μη μπορείς να τα αγγίξεις, μια δρασκελιά θάλασσα σε χωρίζει… Κάπου εκεί δε ξέρεις αν είσαι θυμωμένος ή λυπημένος για ετούτα που υποχρεώθηκες. Για το ότι σου συμβαίνει. Άδικο λες, για να σταθείς ανάμεσα στο θυμό και στη λύπη. Άδικο – Αδικία… Τίποτα δε πάει χαμένο, τίποτα δε χάνεται, όσα χρόνια και αν περάσουν κάποια στιγμή ο κόσμος δικαιώνεται για το τι πέρασε. Ακόμα κι αν περάσουν χρόνια πολλά. Ο πόνος γεννοβολά ελπίδες. Κι ύστερα, ύστερα βράχος ακλόνητος κι απόφαση να μη χαθεί τίποτα. Το παραμύθι να μπλέξεις με την ιστορία, το αληθινό με ετούτο που θα θέλαμε να ήταν αλήθεια…

Θυμάμαι τους γέρους στους καφενέδες που με γυρίζαν από ποδιά σε ποδιά γύρω τριγύρω στο μεγάλο μαγκάλι με το μαρμάρινο περβάζι όπου ακουμπάγαν τα ποτήρια με το ρακί και τη φέτα το ψωμί την ψημένη στην πυρήνα την περιχυμένη με λιόλαδο κι αλάτι, τις σαρδέλες, τις ελιές, τα κρομμύδια τα σπασμένα στο γόνατο. Θυμάμαι τα τραγούδια στη γλώσσα τ’ αλλουνού που έγινε εχθρός. Δε την καταλάβαινα τη γλώσσα τ’ αλλουνού. Στο σχολειό έμαθα πως ήταν ο προαιώνιος εχθρός. Πως μοναχά το κακό μου ήθελε... «Τον Τούρκο κάνε φίλο και κράτα κι ένα ξύλο». Στις γειτονιές που έπαιζα «πόλεμο» δεν είχα εχθρό. Κανείς δεν ήθελε να κάνει τον Τούρκο. Οπότε σε ετούτους τους πολέμους ήμουνα πάντα με το νικητή. Δεν υπήρχαν χαμένοι σε ετούτους τους πολέμους. Οι μάχες - τι ευτυχία; - δινόντουσαν χωρίς αντίπαλο.
Διαβάζω και θυμάμαι την 25η Μαρτίου. Στο σχολειό έλεγα ποίημα για την άλωση της Τριπολιτσάς. Περήφανος που την άλωσε το έθνος μου την πόλη. Στους γέρους σαν έλεγα για τα κατορθώματα της ράτσας, μου έλεγαν «Σους ρε. Σους πια...». Τι να ήξεραν άραγε; Δε μπορεί, ξέραν... Δε ξηγιέται αλλιώς ετούτο το «σους». Ήταν σαν το «σους» που άκουγα στα τραπέζια σαν έμπαινε μέσα ο χαφιές του Χωροφύλακα. «Σους...» Σώπαινα κι εγώ. Αν κι εγώ δεν μίλαγα... Άκουγα. Μοναχά άκουγα και σχημάτιζα στο νου μου λόγια. Άκουγα κι έγραφα στο μυαλό λέξεις, σχήματα, κινήσεις, μορφές, μορφασμούς, αέρα γιομάτο τσίκνα απ’ το λάδι της σαρδέλας στην αναμμένη πυρήνα, το ρακί που χυνόταν στο πάτωμα για τους αποθαμένους, το ρακί στο δάχτυλο του παππού «γλύψε να μάθεις τι θα γεύεσαι σαν γίνεις άνδρας...».

Έγινα το λοιπόν άνδρας. Κοντεύω να γεράσω. Μα για δες... Ακόμα αυτό το «σους...».
Να σωπαίνω για άλλα πράγματα πια. Ή μήπως για τα ίδια πράγματα σε καλούν να σωπαίνεις και τώρα, μόνο που είναι ξαναβαφτισμένα; Κάπου εκεί είναι που ξυπνάει μέσα σου ο πρόσφυγας. Και σε τσούζει κι η πληγή που λέγαμε... Κι αναζητάς τον πόνο. Σε λέξεις, σχήματα… Στα βιβλία. Αξίζει το αλάτι στην πληγή. Αξίζει τον κόπο…
Για το δικαίωμα μας στη μνήμη. Για να θυμόμαστε πως είμαστε παιδιά κι εγγόνια και δισέγγονα προσφύγων. 100 χρόνια μετά πρόσφυγες παραμένουμε... Περήφανοι για δαύτο. Ναι. Η προσφυγιά είναι η περηφάνια του Ρωμαίικου.
Μεγάλος είσαι πια. Κι είσαι σίγουρος. Είσαι πολύ περήφανος για το ότι είσαι πρόσφυγας. Έναν αιώνα πρόσφυγας.

* Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό «Απόστολή» της ορθόδοξης κοινότητας «η Οσία Θωμαΐς»

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
Tο stonisi.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό,30/11/2022

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ

Αναζητώντας σε ένα ντουβάρι το Νεικόδιμο, πατέρα του μεγάλου Γαληνού

Ένα χαμένο μέχρι πρότινος μάρμαρο, διηγείται μια ιστορία 22 αιώνων του Ρωμαίικου της Περγάμου
ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ
ΑΧΙΝΟΣ

Πατήστε τον Αχινό, 29/11/2022

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Εδώ και τώρα προμηθείς!

Γράφει ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΡΛΑΣ*
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Τέσσερα «κομμάτια» ενός πρόσφυγα Αγιου

Του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτη, πολιούχου Αγίου του ρημαγμένου Αϊβαλιού
ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Επιλήσμονες;

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ*
ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ

Στην Αγία Αικατερίνη της Σμύρνης

Άγνωστες φωτογραφίες και μια μαρτυρία για το μεγαλύτερο ναό της πρωτεύουσας της Ιωνίας που καταστράφηκε το Σεπτέμβριο του 1922
ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Φέτος τις γιορτές δωρίστε στους αγαπημένους σας μια «Ελιά στη Λέσβο»

Γράφει η: Κατερίνα Μαρινάκη MSc Λαογράφος - Δημοσιογράφος
ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ

Γιατί δε τα μπαζώσαμε τα αρχαία να ησυχάσουν και αυτά να ησυχάσουμε κι εμείς;

Με αφορμή μια αρχαία κρήνη (στο κέντρο μιας χωματερής) στην οδό Θεοφράστου της Μυτιλήνης
ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ