
Παρότι είχε αθωωθεί στην Τουρκία για την ίδια υπόθεση, ο Τούρκος πλοιοκτήτης κρίθηκε ένοχος από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου και καταδικάστηκε σε κάθειρξη οκτώ ετών και έξι μηνών, καθώς και σε χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. Στη δίκη στη Μυτιλήνη, οι αστυνομικοί περιέγραψαν το δίκτυο που φέρεται να σχεδίαζε τη μεταφορά ναρκωτικών από την Αλβανία στην Τουρκία μέσω Ελλάδας, ενώ η υπεράσπιση στάθηκε στην επίμαχη συνομιλία για τη «ζάχαρη» και στο τηλέφωνο που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε στην κατοχή του — θέση που αιφνιδίασε ακόμη και τον συνήγορό του, γνωστό ποινικολόγο, Μιχάλη Δημητρακόπουλο.
Στην ομάδα, όπως περιγράφηκε στο δικαστήριο, φέρονταν να συμμετέχουν τρεις Έλληνες, γνωστοί στις αρχές από υποθέσεις ναρκωτικών, ένας Τούρκος πλοιοκτήτης και ένας Τούρκος μεγαλοεπιχειρηματίας με δραστηριότητες στη χώρα του, μεταξύ άλλων σε ξενοδοχεία, κτηνοτροφικές μονάδες και στο εμπόριο. Σύμφωνα με την αστυνομική εκδοχή, ο επιχειρηματίας εμφανιζόταν ως χρηματοδότης του σχεδίου, έχοντας αναζητήσει επενδυτικές ευκαιρίες μετά την πτώση της τουρκικής λίρας. Ο κατηγορούμενος, κατά την ίδια εκδοχή, λειτουργούσε ως μεσάζων μεταξύ του χρηματοδότη, των Ελλήνων και των Αλβανών.
Τα ταξίδια και οι επαφές
Για να τεκμηριώσουν την υπόθεση, οι αστυνομικοί ανέφεραν ότι πραγματοποιήθηκαν νόμιμες τηλεφωνικές παρακολουθήσεις από τον Αύγουστο του 2018 έως τον Μάιο του 2019. Στο διάστημα αυτό, οι φερόμενοι ως εμπλεκόμενοι έκαναν ταξίδια και συναντήσεις με Αλβανούς και άλλους αλλοδαπούς, αναζητώντας τρόπο να οργανώσουν τη μεταφορά.
Ορισμένες επαφές δεν κατέληξαν σε συμφωνία, ενώ άλλες, σύμφωνα με τις καταθέσεις, προχώρησαν. Κομβικό ρόλο φέρεται να είχε και Έλληνας φυγόδικος, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, ζούσε στη Βουλγαρία και κινούνταν και στο Εκουαδόρ. Η υπόθεση περιγράφηκε ως ένα σύνθετο δίκτυο επαφών και μετακινήσεων.
Κατά τους αστυνομικούς, σε κάποια φάση οι Τούρκοι επιχείρησαν να παρακάμψουν τους Έλληνες μεσάζοντες και να διαπραγματευτούν απευθείας με τους Αλβανούς. Όταν οι Έλληνες φέρονται να το αντιλήφθηκαν, αντέδρασαν στέλνοντας ένα είδος τελεσιγράφου.
Η συνομιλία για το ένα κιλό «ζάχαρη»
Το βασικό στοιχείο που συνδέθηκε με τον κατηγορούμενο ήταν μία συνομιλία της 8ης Ιανουαρίου μέσω αριθμού τηλεφώνου που έληγε σε 474. Σύμφωνα με την κατηγορία, ο συνομιλητής φέρεται να έλεγε ότι θα μετέφερε στην Τουρκία ένα κιλό «εξαιρετικής ποιότητας ζάχαρη», με τη βοήθεια τελωνειακού υπαλλήλου που δεν θα τον έλεγχε. Οι αστυνομικοί υποστήριξαν ότι η «ζάχαρη» ήταν κωδική ονομασία για την κοκαΐνη.
Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη εκείνη την ημέρα και ότι διέμενε σε γνωστό ξενοδοχείο στο Πανόραμα. Αρνήθηκε, όμως, ότι χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο που καταγράφηκε στη συνομιλία ή ότι είχε μιλήσει για μεταφορά ναρκωτικών. Οι αστυνομικοί υποστήριξαν ότι η συνομιλία έγινε με ανοιχτή ακρόαση και ότι τα δεδομένα του τηλεφώνου το συνέδεαν με το ξενοδοχείο όπου έμενε.
Στην απολογία του, ο κατηγορούμενος είπε ότι το τηλέφωνο το είχε χρησιμοποιήσει έως το 2016, όταν συνεργαζόταν με άνδρα ναυτικό πράκτορα στη Μυτιλήνη. Όταν η συνεργασία τους διακόπηκε, υποστήριξε, άφησε εκεί τη συσκευή και δεν την είχε πλέον στην κατοχή του.
Η έκπληξη του δικηγόρου για το τηλέφωνο
Η άρνηση αυτή προκάλεσε έκπληξη στον συνήγορό του, τον γνωστό ποινικολόγο Μιχάλη Δημητρακόπουλο. Όπως έγινε αντιληπτό στη διαδικασία, ο δικηγόρος θεωρούσε δεδομένο ότι το τηλέφωνο ανήκε στον εντολέα του. Η δήλωση του κατηγορουμένου ότι δεν το είχε στην κατοχή του τον αιφνιδίασε.
Ο εισαγγελέας απέρριψε την εκδοχή του κατηγορουμένου, υποστηρίζοντας ότι ο αριθμός ενεργοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την ημέρα της επίμαχης συνομιλίας και ότι τα ίχνη του χρήστη συνδέονταν με το ξενοδοχείο όπου διέμενε. Επικαλέστηκε, επίσης, άλλες συνομιλίες από τον ίδιο αριθμό, ανάμεσά τους μία που, όπως είπε, αφορούσε χασίς και είχε γίνει με τον γιο του κατηγορουμένου.
Οι αστυνομικοί ανέφεραν ότι στις συνομιλίες χρησιμοποιούνταν λέξεις όπως «ελαιόλαδο», «κουκούτσι» και «ζάχαρη» ως κωδικές ονομασίες για ναρκωτικές ουσίες. Κατά την εκτίμησή τους, οι ποσότητες και οι τιμές που συζητούνταν —περίπου 3.000 ευρώ το κιλό— δεν παρέπεμπαν σε νόμιμο εμπόριο λαδιού ή κουκουτσιού.
Η υπεράσπιση και η δεύτερη συνεργασία
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δραστηριοποιούνταν στη Λέσβο από το 1980, αρχικά στο εμπόριο δερμάτων ζώων από την Ελλάδα προς την Τουρκία και, στη συνέχεια, σε προϊόντα όπως το λάδι και το κουκούτσι της ελιάς. Ανέφερε ότι οι συναλλαγές του ήταν νόμιμες και συνοδεύονταν από παραστατικά. Πρόσθεσε ότι από το 2010 είχε σκάφος που μετέφερε επιβάτες και ότι είχε καλό όνομα στην ταξιδιωτική αγορά.
Για τις επαφές με τον Τούρκο επιχειρηματία, ισχυρίστηκε ότι συζητούσαν την προμήθεια πυρήνα και κουκουτσιού από την Αλβανία. Υποστήριξε ότι γνώριζε ελάχιστα τους Έλληνες μεσάζοντες, οι οποίοι είχαν αναλάβει να βρουν φθηνό προϊόν, αλλά τελικά δεν γνώριζαν πού θα το προμηθευτούν. Αρνήθηκε ότι γνώριζε οτιδήποτε για ναρκωτικά ή ότι είχε σχέση με τέτοιες δραστηριότητες.
Ως μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν δύο συνεργάτες του. Η γυναίκα ναυτική πράκτορας που κατέθεσε περιέγραψε τη συνεργασία που συζητήθηκε μετά το 2025 για την εκτέλεση δρομολογίων με καταμαράν στη γραμμή Αϊβαλί–Μυτιλήνη. Τον χαρακτήρισε αξιόλογο άνθρωπο και καλό επιχειρηματία, γνωστό στη Μυτιλήνη εδώ και χρόνια. Είπε ακόμη ότι είχε γνωστοποιήσει το όνομά του στις αρμόδιες αρχές πριν ολοκληρωθεί η νέα συνεργασία, χωρίς να ενημερωθεί για εκκρεμές ένταλμα.
Η σύλληψη και η απόφαση
Ο Τούρκος επιχειρηματίας συνελήφθη στην Τουρκία ως φερόμενος αρχηγός της οργάνωσης, μετά τον εντοπισμό φορτίου με ναρκωτικά, όπλα και χασισέλαιο σε πλοίο με αγγλική σημαία στο λιμάνι του Αλίαγα. Στις 14 Ιανουαρίου 2019 συνελήφθη και ο κατηγορούμενος, τον οποίο οι τουρκικές αρχές φέρονται να παρακολουθούσαν λόγω των συνομιλιών του με τον επιχειρηματία. Στη δίκη που ακολούθησε στην Τουρκία αθωώθηκε.
Το ελληνικό ένταλμα εκδόθηκε το 2022. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 1η Αυγούστου 2026 στη Μυτιλήνη, ενώ βρισκόταν στο πλοίο του, δηλωμένος ως μέλος πληρώματος, για να συζητήσει τις λεπτομέρειες της επαγγελματικής συνεργασίας.
Κατά την αγόρευσή του, ο Μιχάλης Δημητρακόπουλος επιχείρησε να πείσει το δικαστήριο ότι ο εντολέας του δεν είχε σχέση με την υπόθεση, ενώ στάθηκε και στην ηλικία και την κατάσταση της υγείας του. Ζήτησε να αναπαραχθεί ξανά η συνομιλία για τη «ζάχαρη», όμως το αίτημα δεν έγινε δεκτό και το δικαστήριο βασίστηκε στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά. Ο δικηγόρος υποστήριξε ότι η συνομιλία από μόνη της δεν αποδεικνύει διακίνηση, αφού δεν βρέθηκαν ναρκωτικά στην κατοχή του κατηγορουμένου. Άφησε, επίσης, αιχμή ότι η αυστηρότητα της απόφασης εξαντλήθηκε στον εντολέα του, ο οποίος, όπως είπε, κατηγορείται «στα χαρτιά» για ένα κιλό κοκαΐνης χωρίς να έχει προηγηθεί έλεγχος που να εντοπίσει ουσία πάνω του.
Ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του, ζητώντας ποινή 11 ετών. Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για τις δύο κατηγορίες και επέβαλε ποινή ενός έτους για την κατηγορία της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, καθώς και κάθειρξη οκτώ ετών και έξι μηνών για τη διακίνηση ναρκωτικών. Επιβλήθηκε ακόμη χρηματική ποινή 20.000 ευρώ.
Δεν αναγνωρίστηκαν τα ελαφρυντικά του έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς που ζήτησε η υπεράσπιση. Ο δικηγόρος πρότεινε να μην οδηγηθεί στη φυλακή, αλλά να παραμείνει σε σπίτι που έχει ήδη μισθωθεί στη Μυτιλήνη, με υποχρέωση να εμφανίζεται τέσσερις φορές τον μήνα στην αστυνομία, επικαλούμενος την ηλικία του —περίπου 75 ετών— και τα προβλήματα υγείας του, μεταξύ των οποίων ο διαβήτης για τον οποίο λαμβάνει ινσουλίνη. Το αίτημα απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε ξανά στη φυλακή. Κατά της απόφασης ασκήθηκε έφεση.