× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

110 χρόνια από τη μάχη του Κλαπάδου

8 Δεκεμβρίου 1912 – 8 Δεκεμβρίου 2022, επέτειος απελευθέρωσης ολόκληρης της Λέσβου από τον οθωμανικό ζυγό

Δημοσίευση 8/12/2022

110 χρόνια από τη μάχη του Κλαπάδου

του ΣΤΡΑΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ 

Η μη άμεση κίνηση των στρατιωτικών δυνάμεων (ένα τάγμα, ένας λόχος και  το ναυτικό άγημα ),  που  απελευθέρωσαν την πόλη της Μυτιλήνης στις 8 Νοεμβρίου 1912  και το ΝΔ τμήμα του νησιού, για  την καταδίωξη του τουρκικού στρατού  οφείλεται, αφενός στο  πρόβλημα διοίκησης που δημιούργησε το Υπουργείο Ναυτικών (όρισε τον Πλοίαρχο Μελά κατώτερο του Ταγματάρχη Μανουσάκη, πρώτο πολιτικό και στρατιωτικό διοικητή της  Μυτιλήνης)   και  αφετέρου στην άρνηση του  διοικητή του στρατού   να ρισκάρει . Ο Ταγματάρχης   Μανουσάκης με αναφορά του προς το ναύαρχο Κουντουριώτη ζήτησε ενισχύσεις για να  προελάσει κατά των Τούρκων (δύο τάγματα, μία πυροβολαρχία και  δύο αντιτορπιλικά) .

Την άποψη του Μανουσάκη  υιοθέτησε  και ο Ναύαρχος Κουντουριώτης, καίτοι εκ φύσεως ριψοκίνδυνος χαρακτήρας  και ζήτησε τις ενισχύσεις από το Υπουργείο Ναυτικών . Η κυριαρχία των τούρκων στο Β. – Β. Δ τμήμα του Νησιού  και η έλλειψη αρχών ασφάλειας στο ελεύθερο τμήμα  είχε σαν αποτέλεσμα να  εκδηλωθούν εκατέρωθεν βίαια επεισόδια   τα λεγόμενα  «Φόβια» .

Κατά τη περίοδο αυτή της αβεβαιότητας, από 8 Νοεμβρίου  που απελευθερώθηκε η Μυτιλήνη μέχρι την απελευθέρωση της Άντισσας 18 Δεκ 1912 το νησί είχε χωριστεί στα δύο. Στον  ελεύθερο Ν.Α. τομέα (Μυτιλήνη, Γέρα, Πλωμάρι, Αγιάσος, Πολυχνίτος) και τον υπό τουρκικό έλεγχο Β. – Β.Δ. τομέα (Καλλονή, Μόλυβος, Μανταμάδος, Ερεσσός). Οι πράξεις βίας ήταν αποτέλεσμα   της  ανεξέλεγκτης  δράσης διαφόρων παραστρατιωτικών τμημάτων ελλήνων (Πρόσκοποι - Εθελοντές ή Αντάρτες)  και  τούρκων  (Βασιβουζούκοι - άτακτοι). Τα  ελληνικά τμήματα  οργανώθηκαν, άλλα μεν αυτόβουλα από  κακοποιά  στοιχεία και άλλα με την ανοχή και τις οδηγίες  των Μελά και  Μανουσάκη. Ο μεν πρώτος σε συνεργασία με το δήμαρχο Βασιλείου οργάνωσε  την  πολιτοφυλακή (οργανώθηκε τάγμα πολιτοφυλακής 300 ανδρών με όπλα γκρά για να αναλάβει καθήκοντα αστυνόμευσης το οποίο διαλύθηκε στις 18 Δεκ 1912) , ο δε δεύτερος  οργάνωσε  τους «ανιχνευτές» , που ήταν απαραίτητοι για την προέλαση στο εσωτερικό του Νησιού .

Οι τούρκοι βασιβουζούκοι ήταν άτακτοι στρατιώτες που πλαισίωναν τον τακτικό στρατό.  Επίσης πολλοί  εθελοντές τούρκοι μετά τα επεισόδια  βίας των πρώτων ημερών έτρεξαν να καταταγούν στον τουρκικό στρατό.

Η  δυσφορία που δημιουργήθηκε από τα βίαια  επεισόδια  έφθασε μέχρι την Αθήνα και το Μούδρο και αναγκάστηκε ο Κουντουριώτης να στείλει πρώτα τον πλωτάρχη Ζωχιό από το επιτελείο του και  στις 28 Νοεμβρίου  1912 τον κυβερνήτη του «Κανάρη»  αντιπλοίαρχο Γούδα και επί πλέον ανέθεσε στον Ταγματάρχη Μανουσάκη την γενική αρχηγία του στρατεύματος κατοχής και τον διέταξε να απομακρυνθεί από την πόλη και να προελάσει στο εσωτερικό του Νησιού .

Τα κυριότερα ελληνικά τμήματα ανταρτών που έδρασαν στο Νησί  ήταν του Παπά-Ευγένιου (60 άνδρες), του  Δ. Τσακύρη (150 άνδρες), του Λαγίδη (Καπετάν Άρης) , του Δημητρίου Στεφάνου, του Εμμανουήλ  Σιταρά (Καπετάν  Μάνος), του  Παναγιώτη Βαδέλη (από Αγιάσο), του Καπετάν Μικρού (βοήθησε στη κίνηση μέσω των βουνών της Λεσβιακής Φάλαγγας από Θερμή σε Λάμπου Μύλους) και του Μακαρονά . Όλα είχαν οργανωθεί στο ελεύθερο τμήμα του νησιού, ο Παπά Ευγένιος είχε έλθει από τη Σμύρνη μαζί με εθελοντές. Οι πράξεις βίας εκατέρωθεν περιλάμβαναν βιασμούς, φόνους, αρπαγή περιουσιακών στοιχείων με το πρόσχημα της έρευνας για οπλισμό, πυρπολήσεις.

Θα αναφέρω τα κυριότερα γεγονότα που σημάδεψαν την περίοδο αυτή και κατά τα οποία  για μια ακόμη φορά  η ανθρώπινη φύση φανέρωσε τα κακά  χαρακτηριστικά  της :

- Ο καπετάν Μάνος (Σιταράς) στις  10 Νοεμβρίου πήγε από το Πλωμάρι στην Αγιάσο και επιτέθηκε στο διοικητήριο, οι 4 - 5 τούρκοι χωροφύλακες προστατεύτηκαν από τον αρχιερατικό επίτροπο και παραδόθηκαν στις ελληνικές αρχές.

 - Στις 11 Νοεμβρίου ο κοινοτάρχης του Μεσοτόπου Παναγής Σαραντίδης παρακινούμενος από τους αντάρτες του Λαγίδη κατέλυσε τις αρχές, οι τούρκοι  σε αντίποινα συνέλαβαν τους πρόκριτους και τους οδήγησαν στον Κλαπάδο .

- Ο Στεφάνου στις 26 Νοεμβρίου συνέλαβε 66 τούρκους στην Άγρα και τους μετέφερε στη Μυτιλήνη, σε αντίποινα οι τούρκοι του Μεσότοπου στις 28 Νοεμβρίου επιχείρησαν απόβαση στη Νυφίδα .

- Ο Ευγένιος Παπαγιαννάκης  συμμετείχε στον αφοπλισμό της  Γέρας στη διάρκεια του οποίου  συνέλαβε 4-5 τούρκους και καθώς τους οδηγούσε στη Μυτιλήνη σκότωσε τους  δύο που επιχείρησαν να δραπετεύσουν. Μόλις έφτασε στη Μυτιλήνη  ο Μελάς τον φυλάκισε .

- Αντάρτες από τη Θερμή επιτέθηκαν στην Κώμη και συνέλεξαν δυο αραμπάδες όπλα και πολεμοφόδια (η Κώμη ήταν  η έδρα του στρατηγείου πριν τον πόλεμο) .

- Αντάρτες από τα Μυστεγνά επιτέθηκαν στο Μπαλτζίκι και οι τούρκοι εγκατέλειψαν το χωριό και κινήθηκαν βόρεια. Σε αντίποινα οι  βασιβουζούκοι επιτέθηκαν στην Πελόπη.

 - Στο Μανταμάδο οι κάτοικοι εκμεταλλευόμενοι την απόσυρση των τουρκικών αρχών στην Κάπη  και παρακινούμενοι από τους αντάρτες ανέλαβαν την διοίκηση του χωριού και ύψωσαν τη σημαία στο καμπαναριό του Ταξιάρχη. Στη συνέχεια ζήτησαν και πήραν  όπλα από τη Μυτιλήνη και άρχισαν περιπολίες και αψιμαχίες με τους  τούρκους. Στις 22 Νοεμβρίου  κυκλώθηκε το χωριό από τον τουρκικό στρατό   οι  δε αντάρτες το είχαν εγκαταλείψει. Ξέσπασαν  πυροβολισμοί και είχαμε και νεκρούς .

- Τα κυριότερα επεισόδια συνέβησαν στην Πέτρα  στις 4 Δεκεμβρίου κατά τα οποία το χωριό πυρπολήθηκε από τους βασιβουζούκους  και σημειώθηκαν λεηλασίες και φόνοι. Το μίσος μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων ξεκίνησε στις 9 Νοεμβρίου όταν αγκυροβόλησε στον όρμο το τορπιλοβόλο «14» και οι κάτοικοι της Πέτρας ύψωσαν την ελληνική σημαία. Οι ζημιές στο χωριό ανήλθαν στις 600.000 φράγκα, οι πρωταίτιοι αργότερα οδηγήθηκαν στο δικαστήριο.

Συνολικά κατά την περίοδο αυτή είχαμε 57 έλληνες και 108 τούρκους νεκρούς και κλάπηκαν από μουσουλμάνους γύρω στις 3.500 χρυσές λίρες .

Τα  επεισόδια βίας καταδίκασε στις 13 Νοε 1912 με το κύριο άρθρο της, η εφημερίδα «Λαϊκός Αγών»  με  τον τίτλο  «Παραφωνία». Δεν έλειψαν όμως και οι πράξεις προστασίας των μουσουλμάνων  όπως  του  πρώην  Δημάρχου  Καβέτσου, ο οποίος προστάτευσε την οικογένεια του τούρκου διοικητή Ταγματάρχη Γκανί  και μόνος του τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης  ανέλαβε την προστασία της  τουρκικής  συνοικίας  στην Επάνω Σκάλα. Επίσης σε ελαιοτριβείο της Καλλονής, αγγλικής ιδιοκτησίας,  συγκεντρώθηκαν 300 περίπου μουσουλμάνοι και ζήτησαν βοήθεια από το Διευθυντή, Μοσγιό Πάπ (Mösyö Pap), πράγματι αυτός ανταποκρίθηκε. Όταν όμως μεγάλωσε ο αριθμός και   έφθασαν στους 700  ζήτησε οικονομική βοήθεια από την Κωνσταντινούπολη. Ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση κατόπιν ενεργειών της Βρετανικής Πρεσβείας στάλθηκαν από το Οθωμανικό Υπουργείο Εσωτερικών στο Διευθυντή του ελαιοτριβείου 200 αγγλικές λίρες , για κάλυψη των εξόδων.

Ας επανέλθουμε όμως στο κύριο γεγονός τη μάχη του Κλαπάδου.

Ο τουρκικός στρατός στη Λέσβο, λόγω του πολέμου με την Ιταλία  από το καλοκαίρι του 1911 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1912, μειώθηκε σημαντικά  και  το κυριότερο έμεινε  χωρίς πυροβολικό. Μετά την αποχώρηση από τη Μυτιλήνη στις 8 Νοεμβρίου  κινήθηκε και εγκαταστάθηκε στην οχυρωμένη από το προηγούμενο χρόνο τοποθεσία του  Κλαπάδου.  Διοικητής ήταν ο  ταγματάρχη Αβδούλγκανί   και συνολικά η δύναμη ήταν  1314 άνδρες  (650 του τακτικού στρατού, 514 των λόχων εφέδρων Μυτιλήνης, Μολύβου, Παρακοίλων και Σιγρίου και 150 του τάγματος χωροφυλακής) .

Οι τουρκικές δυνάμεις είχαν οχυρωθεί αμυντικά ώστε να φράζουν τα δρομολόγια προς Σίγρι και Μόλυβο, να προστατεύουν το στρατηγείο στο τουρκικό χωριό Κλαπάδο και να έχουν δυνατότητα να αποσυρθούν και να περάσουν απέναντι  μέσω των λιμανιών  Πέτρας και Μολύβου. Επίσης είχαν προωθηθεί  μικρά τμήματα, πάνω στα δρομολόγια Καλλονή - Λάμπου Μύλοι και Αγία Παρασκευή - Κώμη - Πηγή για να καθυστερήσουν την ελληνική προέλαση .

Η διαφυγή απέναντι είχε αποκλειστεί,  διότι η  Μοίρα  Εύδρομων (επίτακτα εμπορικά με ελαφρύ οπλισμό) του πολεμικού ναυτικού  μετά   την αποχώρηση του οθωμανικού στρατού από τη Μυτιλήνη άρχισε να περιπολεί από Σίγρι μέχρι το ακρωτήριο Κόρακα, με αποστολή να αποτρέψει  κάθε προσπάθεια ενίσχυσης και διαφυγής.

Η μαχητική ικανότητα των τουρκικών δυνάμεων ήταν χαμηλή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Καλλονιάτης  γιατρός  Ορέστης Κυπριανός, «αντί να εμφανισθεί η ελληνική σημαία στην Καλλονή, στις 9 Νοεμβρίου περνούσαν σε αθλία κατάσταση οι στρατιώτες του Γκανί. Οι μουσουλμάνοι πρόκριτοι της Καλλονής κάλεσαν τους χριστιανούς  συναδέλφους τους και υπέγραψαν πρωτόκολλο μη ανάμειξης των δύο κοινοτήτων στις πολεμικές επιχειρήσεις. Αποφάσισαν  επίσης να αφήσουν τους δύο στρατούς να ξεκαθαρίσουν, μόνοι τους, την κατάσταση. Τούτο κατά τον Κυπριανό ήταν σωστή ενέργεια, με δεδομένα τα  θλιβερά συμβάντα σε άλλες περιοχές».

Τελικά μετά από περίπου ένα εικοσαήμερο, αφού απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη και σταθεροποιήθηκαν τα μέτωπα στη Μακεδονία και  την Ήπειρο, ο διάδοχος του θρόνου και μετέπειτα βασιλέας Κωνσταντίνος επέτρεψε την αποστολή ενισχύσεων και από  28 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 1912  αποβιβάστηκαν στη Μυτιλήνη , το ΙΙ Τάγμα του 19ου Συντάγματος με διοικητή τον Ταγματάρχη Παυλόπουλο, ένα τμήμα Πεζοναυτών, ένας Λόχος (210 άνδρες) από εθελοντές Λέσβιους της Αμερικής  η λεγόμενη «Λεσβιακή Φάλαγγα», ένας Λόχος (165 άνδρες) από το έμπεδο  του 7ο Σύνταγμα Πεζικού και μία ορειβατική πυροβολαρχία (6 πυροβόλα Κρούπ 75 χλ). Νέος Διοικητής ορίσθηκε ο Αντισυνταγματάρχης Συρμακέζης Απολλόδωρος και μαζί του ήλθε και ο επιτελής  Λοχαγός Βερνάρδος Ελευθέριος. Συνολικά οι ελληνικές δυνάμεις ανέρχονταν σε 3.175 άνδρες, από  τους οποίους 300 πεζοναύτες εκτελούσαν αστυνομικά καθήκοντα .

Ο νέος διοικητής αφού εξέδωσε προκήρυξη για την παράδοση του οπλισμού που κατείχαν  οι πολίτες (χριστιανοί και μουσουλμάνοι ),  καθόρισε την κίνηση προς το εσωτερικό  του νησιού σε δύο φάλαγγες, η μία προς Μόρια - Λάμπου Μύλοι και  η άλλη προς  Πάμφυλα - Θερμή. Αφού οργανώθηκαν και συνδέθηκαν μεταξύ του τα διάφορα τμήματα στις περιοχές Λάμπου Μύλοι και Θερμή,  από το πρωί της 3 Δεκεμβρίου 1912 ξεκίνησε  η προέλαση σε δύο φάλαγγες, η αριστερή  από Λάμπου Μύλοι προς Καλλονή  που ήταν η  κύρια  προσπάθεια (με το Τάγμα Εμπέδων - Λόχος Εμπέδου 7ου Συντάγματος και η Πυροβολαρχία Κρούπ (6 ορειβατικά πυροβόλα 75 χλ). Εφεδρεία η Λεσβιακή Φάλαγγα. Διοικητής ο Ταγματάρχης Μανουσάκης ) και η δεξιά προς Πηγή – Κώμη - Αγία Παρασκευή - Καλλονή (ΙΙ  Τάγμα του 19ου Συντάγματος, το ναυτικό άγημα υπό τον Μελά, ενισχυμένο με τους 94 ναύτες και  ουλαμό δύο πυροβόλων Ναυτικού, με Διοικητή τον Ταγματάρχη  Παυλόπουλο). Μπροστά από τις φάλαγγες πήγαιναν τμήματα ανταρτών οι λεγόμενοι πρόσκοποι για ασφάλεια και συλλογή πληροφοριών .

Οι πρώτες συμπλοκές έγιναν στη περιοχή «Αλυγαρόκαμπος» του Καμένου Δάσους και στη περιοχή «Σαϊτάρι» μετά τη Κώμη (εδώ ο πρώτος νεκρός ο ναύτης Σ. Βατής). Το απόγευμα οι φάλαγγες έφθασαν στα Μέσα και στη περιοχή Μύλοι  πριν την  Αγία Παρασκευή, όπου και διανυκτέρευσαν.  Την επόμενη μέρα (4 Δεκ 1912) συνεχίστηκε η προέλαση και η δεξιά φάλαγγα απελευθέρωσε την Αγία Παρασκευή (10.00Ω) και μετά έστριψε ΝΔ συγκρούστηκε με τμήμα τούρκων στη περιοχή Παλαιόκαστρο (500 μ βόρεια της Αρίσβης) το εξουδετέρωσε και στρατοπέδευσε περιμετρικά. Η αριστερή φάλαγγα συγκρούστηκε με τούρκους στο ύψωμα Κατσαράς και στη συνέχεια  αφού ελευθέρωσε την Αρίσβη και την Καλλονή στρατοπέδευσε ΒΔ του χωριού Δάφια. Είναι χαρακτηριστική η διαταγή του Συνταγματάρχη Συρμακέζη προς το διοικητή της αριστερής φάλαγγας  ώστε να αποφευχθούν επεισόδια με τους τούρκους του χωριού Δάφια και να συγκεντρωθούν τα όπλα των κατοίκων .

Ο Διοικητής και το επιτελείο του εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο «Νέμτσα» στη Καλλονή. Η τροφοδοσία του στρατού εξασφαλίστηκε από τη Μονή Λειμώνος και είναι γνωστή η επιστολή του ηγουμένου Σεραφείμ προς το Μανουσάκη όπου τον καλωσορίζει και τον ενημερώνει για τα τρόφιμα .

Στο μεταξύ επιτροπή, αποτελούμενη από τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό, τον πρώην Δήμαρχο Μυτιλήνης Κ. Καβέτσο, το Μουφτή Μυτιλήνης και τους Τούρκους Ριφάτ Μπέη (Rifat Bey) και Σεμσεντίν Μπέη (Semsedin Bey), έφθασε  στις 3 Δεκεμβρίου στην Καλλονή, για να πείσει τον Οθωμανό Διοικητή να παραδοθεί και να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Αυτός όμως  αρνήθηκε.

Ο  συνταγματάρχης Συρμακέζης έβγαλε το βράδυ της 4 Δεκεμβρίου 1912 τη διαταγή για τη συνέχιση της προέλασης  για μεν την αριστερή φάλαγγα από το μεσημέρι της 5 Δεκεμβρίου και για τη δεξιά από το πρωί της 6 Δεκεμβρίου.     

Πράγματι  την επόμενη μέρα  η αριστερή φάλαγγα ξεκίνησε την προέλαση από τα Δάφια και  όταν έφθασε στη διασταύρωση προς τη Μονή Λειμώνος, εγκατέλειψε το δρόμο και κινήθηκε προς το Μοναστήρι, προκειμένου να  πραγματοποιήσει, μέσω της κοιλάδας, κυκλωτική κίνηση. Προσπέρασε το Μοναστήρι και άρχισε την ανάβαση σε φάλαγγα κατ’ άνδρα. Προηγείτο ομάδα ανταρτών, μετά η εμπροσθοφυλακή, ο 3ος Λόχος, ακολουθούσαν οι 2ος , 4ος και τέλος ο 1ος Λόχος. Το χειρουργείο και οι γιατροί έμειναν στο Μοναστήρι, ενώ πλαγιοφυλακή ήταν η Λεσβιακή Φάλαγγα.  Η φάλαγγα μετά από λίγο συνάντησε εκ νέου την αμαξιτή οδό, περίπου 800 μέτρα Β.Δ. του υψώματος Τυραννίδι, όπου αρχίζει η στενωπός, που οδηγεί στο οροπέδιο πάνω από το χωριό Φίλια.

Γύρω στις 16.30 άρχισαν αιφνιδιαστικά τα πυρά του εχθρού, από Β. και Β.Α., από τις θέσεις που κατείχε στις πλευρές των υψωμάτων. Το ελληνικό πυροβολικό δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί και γι’ αυτό σιωπούσε. Οι Λόχοι έλαβαν θέσεις σε μήκος 1,5 χλμ (από τους πρόποδες της Οξείας Πέτρας μέχρι το ύψωμα Παρθένης) και ανταπέδιδαν τα πυρά, αλλά, λόγω του εδάφους που κατείχαν οι Τούρκοι (υπερκείμενο των ελληνικών θέσεων), ήταν αδύνατος ο ακριβής εντοπισμός του εχθρού και κατ’ επέκταση η εκτέλεση  στοχευμένων  πυρών.

Τη νύκτα 5/6 Δεκεμβρίου αναπτύχθηκε το πυροβολικό πίσω από το ύψωμα Παρθένης και ο 3ος Λόχος κατέλαβε μικρά υψώματα κοντά στην Οξεία Πέτρα. Την επομένη ημέρα του Αγίου Νικολάου και με τη βοήθεια του Πυροβολικού ο αγώνας συνεχίστηκε  με σφοδρότητα .Το μεσημέρι ο 3ος Λόχος κατέλαβε τα υψώματα στην περιοχή «Παλαιοφίλια ή Ερυμοπύλαια»   με αποτέλεσμα ο εχθρός να κλονιστεί και για αντιπερισπασμό επιτέθηκε από τα ανατολικά για να εξουδετερώσει το πυροβολικό, ευτυχώς η επίθεση αποκρούστηκε από τη Λεσβιακή Φάλαγγα. Η  δεξιά φάλαγγα  αφού αποκατέστησε την επαφή με τον εχθρό   άρχισε την επίθεση το μεσημέρι, με το τάγμα Παυλόπουλου και το ναυτικό άγημα και μέχρι το βράδυ έφθασε στις παρυφές του χωριού Κλαπάδος  ενώ η αριστερή φάλαγγα  παρέμεινε στις ίδιες θέσεις .

Η  νύκτα 6/7 Δεκεμβρίου ήταν η κρισιμότερη για την ελευθερία της Λέσβου. Στις 21.00 ο 4ος Λόχος (Λοχαγός Τσάκαλος) του τάγματος του Μανουσάκη συγκεντρώθηκε στη Μονή Λειμώνος και πήρε εντολή για ανάβαση και υπερκέραση των θέσεων στην Παλαιοφίλια και προέλαση για περικύκλωση του Κλαπάδου. Μετά από πέντε ώρες πορεία,  έφθασε στην κορυφή κοντά στο χωριό Φίλια, κατέλαβε επίκαιρα σημεία (Οξεία Πέτρα)  και την αυγή βρέθηκαν τα ελληνικά όπλα να είναι υπερκείμενα των τουρκικών .

 Στις 7 Δεκεμβρίου  στο περικυκλωμένο τουρκικό στρατόπεδο επικρατούσε πλήρης διάλυση, οι αξιωματικοί είχαν χωριστεί στα δύο. Η μία πλευρά πρότεινε άμεση παράδοση και η  άλλη συνέχιση του άσκοπου πολέμου, οι λιποταξίες των στρατιωτών και των αξιωματικών συνεχίστηκαν σωρηδόν. Η  τουρκική πλευρά ζήτησε συνάντηση διοικητών η οποία έγινε στις 13.00 χωρίς αποτέλεσμα και στις 14.30 άρχισαν  ξανά  οι επιχειρήσεις .

Το βράδυ στις 22.00 ο Γκανί έστειλε τον  Ανθυπολοχαγό Κεμάλ και ζήτησε κατάπαυση του πυρός και πράγματι τα όπλα σίγησαν. Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα ο ίδιος αξιωματικός έφερε και το πρωτόκολλο παράδοσης με τις υπόγραφες όλων των τούρκων αξιωματικών .

Την επομένη 8 Δεκεμβρίου 1912 και ώρα 8 το πρωί, υπογράφτηκε το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης στη θέση Πετσοφάς από τις δύο αντιπροσωπείες και στη συνέχεια η ελληνική αντιπροσωπεία πήγε στον Κλαπάδο και ακολούθησε η παράδοση του οπλισμού και η σύλληψη των αιχμαλώτων (1800-2000) από τους οποίους 1330 οδηγήθηκαν στον Πειραιά. Ο  τούρκος διοικητής ακολούθησε την ελληνική αντιπροσωπεία και το βράδυ  συμμετείχε  στο  δείπνο που παρατέθηκε   στη Μητρόπολη και το άλλο πρωί ημέρα Κυριακή (9 Δεκεμβρίου)  ξεκίνησε μαζί με το εκδότη της  εφημερίδας «Σάλπιγγα»» Ν. Παρίτση για τη Μυτιλήνη για να συναντήσει την οικογένεια του. Στη Καλλονή τελέστηκε στην εκκλησία της ζωοδόχου Πηγής δοξολογία και  εκφώνησε ομιλία ο Ορέστης Κυπριανός .

Κατά την επιχείρηση οι ελληνικές δυνάμεις είχαν νεκρούς, 1 αξιωματικό και 8  οπλίτες και τραυματίες, 1 αξιωματικό και 80 οπλίτες. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι Λέσβιοι πολίτες που έχασαν τη ζωή τους κατά τα «Φόβια».        Για τις απώλειες των τούρκων δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία στην ελληνική βιβλιογραφία. Οι τουρκικές πηγές  αναφέρουν  29 νεκρούς στρατιωτικούς και 32 τραυματίες, καθώς και  για 105 νεκρούς πολίτες μουσουλμάνους. Οι τραυματίες έλληνες και τούρκοι μεταφέρθηκαν  στη Μυτιλήνη με κάρα που επιτάχθηκαν από την περιοχή του λεκανοπεδίου Καλλονής .

Στις 10 Δεκ 1912, πιθανόν κατόπιν αιτήματος της δημογεροντίας Καλλονής,  διατέθηκαν  με διαταγή του Συρμακέζη, ένας Λοχίας, ένας δεκανέας και τρείς στρατιώτες από το τάγμα του Μανουσάκη στον οικονομικό έφορο Καλλονής για την καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων των μουσουλμάνων (ζωντανά, λάδι, φαγώσιμα κλπ ).

Από 12 Δεκεμβρίου μέχρι 18 Δεκεμβρίου απελευθερώθηκε και το υπόλοιπο τμήμα της Λέσβου με τελευταία την  Άντισσα στις 18 Δεκεμβρίου 1912 και έτσι ο άνεμος της ελευθερίας  φύσηξε σε όλη τη Λεσβιακή γη .

Το διπλωματικό - νομικό πρόβλημα του καθεστώτος της κυριαρχίας του Νησιού μας  πέρασε πολλές φάσεις και καταστάσεις. Παραμονές του Α’ Παγκοσμίου πολέμου έπεσε στο διπλωματικό τραπέζι ακόμη και ο δανεισμός στην Ελλάδα υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Ο Μεγάλος πόλεμος που ακολούθησε και στη συνέχεια η καταστροφή των ονείρων της Μεγάλης Ιδέας στα βουνά της Μικράς Ασίας,  μέσα σε ένα κλίμα διχασμού και μίσους οδήγησε τη χώρα μας  στην αναγκαστική υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης στις 24 Ιουλίου 1924, όπου μεταξύ των άλλων αναγνωρίστηκε  και το καθεστώς της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του Β.Α. Αιγαίου  που λευτερώθηκαν με τα ελληνικά όπλα .

Σήμερα, που  η  απειλή χρήσης  βίας και η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της  Ελλάδας και  Κύπρου από την Τουρκία λαμβάνει χώρα καθημερινά με συγκεκριμένες ενέργειες και πρακτικές  στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο , είναι απολύτως απαραίτητο  το πνεύμα αυτοθυσίας  και ηρωισμού που  επέδειξαν  οι στρατιώτες και οι ναύτες που  έλαβαν μέρος στην απελευθέΣτραρωση των νησιών του Αιγαίου αλλά και της Μακεδονίας και της Ηπείρου  πριν από 107 χρόνια. Το πνεύμα αυτό είμαι σίγουρος πως θα επιδείξουν και σήμερα, αν χρειαστεί,  οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και  τα Σώματα Ασφαλείας  και όλο το ελληνικό Έθνος . 

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
Tο stonisi.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κοίτα ποιος μιλάει...

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ*
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Στην αιωνιότητα ο Γέρων Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας)

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Για το Μάνο Δούκα...

Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό, 2/2/2023

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

157 αιχμάλωτοι!

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Έργα ακούμε… έργα δεν βλέπουμε

Γράφει ο ΜΗΝΑΣ ΧΡΗΣΤΟΥ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Kαι παιδιά θα μας κάνουν!

Γράφει ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΜΝΗΝΑΚΑΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

«Ο ναζισμός δεν επινόησε τον αντισημιτισμό, τον βρήκε έτοιμο»

Τρεις μαθητές του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Μυτιλήνης με αφορμή την 27η Ιανουαρίου, Διεθνή Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος- Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι.ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον αχινό, 26/1/2023

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Εκεί όπου κομματικοί υποτελείς, «μαλιστάνθρωποι» και «τακουνοκρούστες» επιπλέουν

Με αφορμή τις αποκαλύψεις περί παρακολούθησης της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, κύριε Αρχηγέ Φλώρε θυμάσαι τίποτα από όσα διδάχτηκες στη Σχολή Ευελπίδων; -Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ*