
Η ώρα της κάλπης πλησιάζει με γοργούς ρυθμούς για την ανάδειξη της επόμενης Κυβέρνησης και στον χώρο του ιδεολογικού Κέντρου οι αναταράξεις δεν περνούν απαρατήρητες. Μεταγραφές στελεχών, προεκλογικές καμπάνιες και ανάδειξη υποψηφίων έχουν ήδη φέρει τα πάνω-κάτω στην πολιτική σκηνή με αποτέλεσμα να επικρατεί μια γενικευμένη σύγχυση στην κοινωνία.
Η μεγάλη κινητικότητα στα πλαίσια του προεκλογικού και αντιπολιτευτικού έργου δεν αντικατοπρίζεται στις δημοσκοπήσεις που φέρνουν στο προσκήνιο μια κοινά ομολογούμενη αλήθεια κι ένα ένοχο μυστικό. Σχεδόν κανείς δεν επιθυμεί πια την Κυβέρνηση της χώρας υπό την ηγεσία του σημερινού Πρωθυπουργού, ο οποίος συνεχίζει να πληρώνει το τίμημα των επιλογών του τόσο ως προς τις εφαρμοζόμενες πολιτικές όσο και ως προς τα μετριοπαθή πρόσωπα της ακροδεξιάς πτέρυγας που τον πλαισιώνουν.
Η διάσπαση στον χώρο της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης δεν ευνοεί την αλλαγή της πρωτοκαθεδρίας, αλλά αυτός προφανώς δεν είναι ο μόνος λόγος. Οι προσπάθειες αναδιαμόρφωσης του κεντρώου χώρου χαρακτηρίζονται από μια παθητική ψυχολογία των πρωταγωνιστών της, η οποία εξαπλώνεται καθολικά και δημιουργεί ένα ομοιογενές σύμπλεγμα. Στάση αναμονής για ένα σχεδόν προτετελεσμένο αποτέλεσμα που διέπεται από έντονα στοιχεία ηττοπάθειας, αφού προδικάζει ότι ο χρόνος για την απαραίτητη σύγκληση απόψεων έχει παρέλθει και η πιθανότητα της εκλογικής επικράτησης είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη.
Η εργαλειοποίηση των εκλογών για τη διαπραγμάτευση της επόμενης ημέρας μπορεί να είναι αρκετά αποτελεσματική σε πολιτικό επίπεδο, αλλά συνοδεύεται από καταστρεπτικές συνέπειες για μια κοινωνία που έχει φτάσει στα όρια της και προσδοκά με απεγνωσμένο τρόπο τη διέξοδο στα προβλήματά της. Η αναζήτηση της ταυτότητας δε μπορεί να αποτελεί ούτε πρόσχημα ούτε αυτοσκοπό για τα πολιτικά κόμματα σε μια συγκυρία που η Κυβέρνηση χάνει καθημερινά έδαφος και ο λαός αναμένει πανικόβλητος μέχρι να βρεθούν οι λύσεις.
Διαχρονικά διαπιστώνεται, ειδικότερα από την πρόσφατη ιστορία και τα εκλογικά αποτελέσματα των τελευταίων χρόνων, ότι εγκληματικές και φασιστικές οργανώσεις κατά καιρούς εισέρχονται με αξιόλογα ποσοστά στα Κοινοβούλια, εντός κι εκτός των συνόρων. Είτε ως αντίδραση προς το πολιτικό σύστημα είτε ως συνέπεια της γενικευμένης κρίσης του ευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού χώρου, ο κίνδυνος στροφής του εκλογικού σώματος στις ακραίες ιδεολογίες είναι υπαρκτός.